μεσόζωα


μεσόζωα
τα геол мезозойская эра, мезозой

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Смотреть что такое "μεσόζωα" в других словарях:

  • μεσόζωα — Μικρό φύλο θαλάσσιων ασπόνδυλων, με απλό, μικρό σώμα, που συχνά αποτελείται από λιγότερα από 50 κύτταρα, τα οποία σχηματίζουν δύο στοιβάδες· τα κύτταρα της εξωτερικής στοιβάδας φέρουν βλεφαρίδες, ενώ τα εσωτερικά είναι αναπαραγωγικά. Τα μ.… …   Dictionary of Greek

  • μεσ(ο)- — (ΑM μεσ[ο]) Α και μεσσο και μεσαι ) α συνθετικό πολλών λ. όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, που ανάγεται στο επίθ. μέσ(σ)ος*. Οι ελάχιστοι τ. με α συνθετικό μεσαι (πρβλ. μεσαι πόλιος, μεσαι πόλος, μεσαί γεως) οφείλονται σε τεχνητή ανάπτυξη μακράς… …   Dictionary of Greek